3 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΑ: Θέματα ποσοτικής ανάλυσης και κοινωνιογλωσσολογικής ποικιλίας

Τεύχος Νοεμβρίου 2009 | | Κατηγορία: Πολιτισμός

Ένας από τους πιο δυναμικά εξελισσόμενους κλάδους της γλωσσολογικής έρευνας είναι ο κλάδος της ποσοτικής ανάλυσης της κοινωνιογλωσσολογικής ποικιλίας. Ο ίδιος ο όρος «κοινωνιογλωσσολογική» υπονοεί ότι μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας υπάρχει μια σχέση. Η σχέση αυτή, σύμφωνα με τους μελετητές, μπορεί να πάρει τις εξής μορφές:

1)Η κοινωνική δομή μπορεί να καθορίσει την γλωσσική μας συμπεριφορά. Δηλαδή οι γλωσσικές μας επιλογές κατά την επικοινωνία μας εξαρτώνται από παράγοντες κοινωνικούς. Ποιος είναι ο αποδέκτης, ποιος είναι ο ρόλος του πομπού, ποιος είναι ο επιδιωκόμενος στόχος, γενικότερα ποιο είναι το επικοινωνιακό μας πλαίσιο;

2)Η γλωσσική δομή και συμπεριφορά μπορεί να καθορίσει την κοινωνική δομή και συμπεριφορά. Οι κατηγοριοποιήσεις δηλαδή που γίνονται στο πλαίσιο μιας γλώσσας μπορούν να κατευθύνουν την σκέψη του ανθρώπου να αντιληφθεί τον κόσμο με έναν συγκεκριμένο τρόπο και όχι με κάποιον άλλον. Είναι αυτό που πολύ εύστοχα διατύπωσε ο αυστριακός φιλόσοφος Wittgenstein «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου».

3)Η γλωσσική και κοινωνική συμπεριφορά βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση, η μια δηλαδή καθορίζει την άλλη και το αντίστροφο.

4)Τέλος, μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας δεν παρατηρείται καμία σχέση, γιατί η γλωσσική ικανότητα είναι μια εγγενής ικανότητα η οποία, σύμφωνα με την γενετική θεωρία του Chomsky, αναπτύσσεται βάσει ενός εγγενούς μηχανισμού που ενυπάρχει στον εγκέφαλο όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως καταγωγής και επιπέδου.

Την συσχέτιση των ανεξάρτητων μεταβλητών του φύλου, της ηλικίας, της κοινωνικής ή της επαγγελματικής ομάδας, του μορφωτικού ή του οικονομικού επιπέδου, αλλά και της γεωγραφικής καταγωγής με τις εξαρτημένες μεταβλητές των επιλογών σε όλα τα γλωσσολογικά επίπεδα (φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, λεξιλογικό, σημασιολογικό, υφολογικό και πραγματολογικό) την προσεγγίζουμε μέσα από την αθροιστική ανάλυση της γλωσσικής συμπεριφοράς πολλών ομιλητών, με την βοήθεια στατιστικών μεθόδων. Ωστόσο, επειδή η μελέτη φαινομένων που εξελίσσονται σε μεγάλη κλίμακα, όπως η γλωσσική συμπεριφορά, απαιτεί την προσέγγιση και παρατήρηση μεγάλου αριθμού ατόμων και περιπτώσεων, αναγκαζόμαστε να προσεγγίσουμε ένα μόνο υποσύνολο του εξεταζόμενου πληθυσμού, το δείγμα. Η επιλογή του δείγματος γίνεται με μεθόδους οι οποίες χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες, τις τυχαίες και τις μη τυχαίες, βάσει της πιθανότητας επιλογής που έχουν οι μονάδες του πληθυσμού. Στα τυχαία δείγματα όλες οι μονάδες έχουν ίση πιθανότητα επιλογής, ενώ η επιλογή στην μη τυχαία δειγματοληψία γίνεται αυθαίρετα, με κριτήρια προσωπικά, ιδεολογικά κ.α.

Ενώ για τις περισσότερες από τις κοινωνιολογικές μελέτες η τυχαιότητα της επιλογής του δείγματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να μπορέ-σουμε να εξαγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα για το σύνολο του πληθυσμού, στις κοινωνιογλωσσολογικές έρευνες το κριτήριο αυτό έχει αμφισβητηθεί. Η αμφισβήτηση αυτή προέρχεται από την βασική διαφορά της γλωσσικής συμπεριφοράς έναντι άλλων κοινωνικών συμπεριφορών (όπως της καταναλωτικής συμπεριφοράς ή των πολιτικών επιλογών), την έμφυτη δηλαδή φύση της γλωσσικής ικανότητας με την οποία είναι προικισμένοι όλοι οι άνθρωποι. Εφόσον λοιπόν οι γλωσσικές επιλογές γίνονται ασυνείδητα, η τυχαιότητα επιλογής των ομιλητών έχει πολύ μικρότερη σημασία από την μέθοδο εξαγωγής των δεδομένων (συνέντευξη, παρατήρηση κ.α.).

Μήπως στο σημείο αυτό διαπιστώνουμε ερείσματα των μεθοδολογικών εργαλείων της κοινωνιογλωσσολογικής έρευνας στη γενετική θεωρία του Chomsky;

Το μεθοδολογικό πρόβλημα της δειγματοληψίας στις κοινωνιογλωσσολογικές μελέτες προσέγγισε ο Labov, ο οποίος διατύπωσε το «δειγματοληπτικό παράδοξο»: Όσο πιο σίγουροι είμαστε ότι το δείγμα αντιπροσωπεύει έναν πληθυσμό, τόσο λιγότερο σίγουροι είμαστε ότι το δείγμα μπορεί να ερμηνεύσει την συμπεριφορά αυτού του πληθυσμού.

Ενώ, από την μια, η μελέτη της γλωσσικής συμπεριφοράς απαιτεί μεγάλο όγκο δεδομένων από τυχαία επιλεγμένους ομιλητές, από την άλλη η μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι ομιλητές χειρίζονται τη γλωσσική ποικιλία στις διαπροσωπικές τους σχέσεις απαιτεί συμμετοχική παρατήρηση μεμονωμένων ατόμων και ομάδων. Όταν λοιπόν τα ερευνητικά ερωτήματα αφορούν στην γλωσσική αλληλεπίδραση σε περιορισμένο κοινωνικό περιβάλλον δεν απαιτείται τυχαίο δείγμα. Αλλά και στις έρευνες που σκοπό έχουν την διατύπωση γενικευτικών αρχών επί του ευρύτερου πληθυσμού, ένα μη τυχαίο δείγμα θα μπορούσε να αντισταθμίσει όσα χάνει κανείς στην αναλυτικότητα της τυχαίας δειγματοληψίας. Με άλλα λόγια, ένας συνδυασμός μεθόδων επιλογής τυχαίου και μη τυχαίου δείγματος θα μπορούσε να ενισχύσει την ερμηνευτική δύναμη μιας κοινωνιογλωσσολογικής έρευνας.

Tags:

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Διαβάστε τους κανονισμούς για τα σχόλια

Γραμμένο σε Greeklish; Μετατρέψτε το σε Ελληνικά, αυτόματα!