Γράφει: ,

Συνέντευξη Heinz Uwe Haus: Γερμανική ενοποίηση, μια συμφωνία μετά από 45 χρόνια (Β’ Μέρος)

Μετάφραση: Στέφανος Αγγελίδης

 

Παραθέτουμε το Β’ μέρος της συνέντευξης του Καθηγητή Heinz Uwe Haus στον Fred Lapisardi, με αφορμή την 20η επέτειο από την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Υπενθυμίζουμε ότι η συνέντευξη αυτή συνιστά προδημοσίευση του υπό έκδοση βιβλίου του Καθηγητή Haus, με τίτλο «Awakening ’89».

Ο Heinz Uwe Haus είναι Κaθηγητής στο Τμήμα Θεάτρου του Πανεπιστημίου του Delaware.

Ο Fred Lapisardi είναι επίτιμος Καθηγητής Αγγλικών στο California State University of Pennsylvania

Τα δύο μέρη της Γερμανίας αναπτύχθηκαν πολύ διαφορετικά. Στην Δυτική Γερμανία, μέχρι την απαρχή της δεκαετίας του 1950, εγκαθιδρύθηκε ένα σύστημα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με ελεύθερα και διεκδικητικά πολιτικά κόμματα. Η Ανατολική Γερμανία δεν φάνηκε το ίδιο καλότυχη. Επιβλήθηκε μια σοσιαλιστική δικτατορία που παρακολουθείτο προσεκτικά από τους Σοβιετικούς ηγέτες.

Όπως και στην Σοβιετική Ένωση η πολιτική αντιπολίτευση καταστελλόταν και καταπνιγόταν, στον τύπο υπήρχε λογοκρισία και η οικονομία ανήκε στο κράτος και ελεγχόταν από αυτό. Αντίθετα με την Δυτική Γερμανία, στην Ανατολική Γερμανία δεν υπήρξαν ποτέ ελεύθερες εκλογές που να υποστηρίζονταν από τους κατοίκους της. Όντως χρειαζόταν εξαναγκασμός για να κρατηθούν οι Ανατολικογερμανοί από του να δραπετεύσουν στην Δύση. Από τις 31 Αυγούστου του 1961, μέχρι την πτώση του τείχους στις 9 Νοεμβρίου 1989, καταγράφηκαν 186 σκοτωμοί στα σύνορα. Όμως, όταν ανοίχθηκαν τα αρχεία της Stasi, οι ερευνητές ανακάλυψαν πως τουλάχιστον 825 άνθρωποι πλήρωσαν με την ζωή τους την προσπάθειά τους να αποδράσουν προς την Δύση. Εκτός των θανατώσεων στα σύνορα, ένας αριθμός παρόμοιων πολιτικών αδικημάτων διαπράχθηκαν στο εσωτερικό της Ανατολικής Γερμανίας: Μέχρι το φθινόπωρο του 1991, 4,444 υποθέσεις είχαν καταγραφεί ως θανατώσεις ή απόπειρες θανατώσεων και περίπου 600,000 καταδίκες εκδόθηκαν από δικαστήρια της Ανατολικής Γερμανίας για «πολιτικά αδικήματα». Αν και μερική εδραίωση του καθεστώτος διασφαλίστηκε με το κτίσιμο του τείχους του Βερολίνου, η αποκαλούμενη «Workers and Farmers State» παρέμεινε μια τεχνητή οντότητα, διατηρούμενη από την Σοβιετική στρατιωτική δύναμη. Μόλις αποσύρθηκε και αυτή, το καθεστώς στην Ανατολική Γερμανία κατέρρευσε. Θυμηθείτε την νύκτα της 9ης Νοεμβρίου του 1989: Γερμανοί κι από τις δύο πλευρές σκαρφάλωσαν στο Τείχος. Αγκαλιάστηκαν, τραγούδησαν και χόρεψαν στους δρόμους. Γερμανοί από τον Ανατολικό τομέα χύθηκαν αμέσως στην Δύση. Μέσα σε λίγες μέρες, πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα άρπαζαν καθημερινά την ευκαιρία να ζητήσουν εκ νέου ενότητα με τα αδέλφια και αδελφές τους από την Δύση.

Αυτές οι εικόνες έκαναν το γύρο του κόσμου και μετατράπηκαν σε σύμβολο της ειρηνικής επανάστασης του 1989. Πολλοί σχολιαστές στην Δύση ξαφνιάστηκαν από την εσωτερική δύναμη των μαζών και την ξεκάθαρη διάθεσή τους για επανένωση. Στο κάτω κάτω, μετά από τέσσερις δεκαετίες διαχωρισμού, οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο Γερμανικά κράτη ήταν επιφυλακτικές και μερικές φορές εχθρικές. Οι πολίτες κι από τις δύο πλευρές του τείχους είχαν περιορισμένη άμεση επαφή ο ένας με τον άλλο. Πώς ήταν έτσι δυνατό να διατηρηθούν οι ανθρώπινες και εθνικές σχέσεις ζωντανές; Τι καθόρισε την ικανότητα δράσης την κατάλληλη ιστορική στιγμή για το τέλος του μεταπολεμικού καθεστώτος;

Έχετε δίκαιο. Κατά διαστήματα, κατά τη δεκαετία του 1960 για παράδειγμα, η επαφή είχε μειωθεί στο ελάχιστο. Όμως, ακόμα και στις δυσκολότερες περιόδους, βοήθησε το γεγονός πως η πλειοψηφία των Γερμανών στο Ανατολικό τμήμα αντιλαμβάνονταν πως, ο διαχωρισμός της χώρας και η κατάσταση στο δικό τους τμήμα συνδεόταν άμεσα με τις μεταπολεμικές αποφάσεις των Τεσσάρων Δυνάμεων. Αυτή η ισχυρή ιστορική συνείδηση προστάτευσε τη γενιά μου από την αναταραχή και την προπαγάνδα του καθεστώτος και την αξίωσή του για ένα ανεξάρτητο και εναλλακτικό γερμανικό κράτος. Το δυτικό ραδιόφωνο και τηλεόραση βοήθησαν στην διατήρηση της ενημέρωσης και στην απογύμνωση του πραγματικού προσώπου της κομμουνιστικής κακοδιοίκησης. Τέλος, η αλληλογραφία μεταξύ οικογενειών και φίλων κατά μήκος των συνόρων (κάτι που απαγορευόταν για μέλη πολιτικών κομμάτων), αποτέλεσε έναν ισχυρό σύνδεσμο για την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Οτιδήποτε συνέβαινε στην Ανατολική Γερμανία ρυθμιζόταν βάσει και ενάντια στις εξελίξεις στην Δυτική. Πρέπει επίσης να θυμόμαστε πως, εκτός από τους περιορισμούς κατά των επαφών μεταξύ των πολιτών, το καθεστώς συνέχιζε τους ειδικούς εσωγερμανικούς οικονομικούς δεσμούς (Inter zonenhandel) για να διατηρηθεί σε πιο καλή κατάσταση από τα υπόλοιπα καθεστώτα-υποχείρια των Σοβιετικών.

Κατά την δεκαετία του 1970, ωστόσο, οι άνθρωποι άρχισαν να συναναστρέφονται πιο ελεύθερα, καθώς οι διοικήσεις τους διαπραγματεύτηκαν και κατέληξαν σε συμφωνίες που κατέστησαν τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο κράτη πιο ανοικτές. Κατά τη δεκαετία του 1980, αν και οι σχέσεις συνέχισαν να βελτιώνονται και οι επαφές ανάμεσα στα δύο μέρη έγιναν πιο συχνές, όσοι προσπαθούσαν να αποδράσουν από την Ανατολική Γερμανία ακόμα πέθαιναν στα ναρκο-θετημένα σύνορα. Το καθεστώς ακόμα συνέχισε να πιλατεύει και να συλλαμβάνει τους διαφωνούντες και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ενότητας της Γερμανίας (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands-SED) έλεγχε αυστηρά την πολιτική ζωή. Η «ασπίδα και το σπαθί» του SED ήταν η Υπηρεσία Προστασίας του Κράτους (Staatssicherheitsdiens, Stasi). Όταν το καθεστώς κατέρρευσε, η Στάζι διέθετε 102,000 αξιω-ματικούς και υπαξιωματικούς ολικής απασχόλησης στις τάξεις της, συμπεριλαμβανομένων 11,000 μελών του συντάγματος ειδικών φρουρών. Από το 1950 μέχρι το 1989, 274,000 άτομα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη Στάζι.

Ο κόσμος δεν μπορούσε να πιστέψει τα είδη μηχανισμών καταδυνάστευσης, κατασκοπίας, διεθνούς τρομοκρατίας και υπονομεύσεων που καταρτίστηκαν για πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Σύμφωνα με τον Simon Wiesenthal, ο οποίος διώκει εγκληματίες Ναζί εδώ και μισό αιώνα: «Η Στάζι ήταν κατά πολύ, πολύ χειρότερη από την Γκεστάπο, αν λάβετε υπόψη ακόμα και μόνο την καταπίεση του δικού της λαού. Η Γκεστάπο είχε 40,000 αξιωματούχους που επέβλεπαν μια χώρα των 80 εκατομμυρίων, ενώ η Στάζι εργοδοτούσε 102,000 για να ελέγξει μόνο 17 εκατομμύρια».

Η ιστορία είναι ακόμη χειρότερη. Ας μην ξεχνάμε τον συνήθη πληροφοριοδότη της Στάζι, τον ανεπίσημο συνεργάτη (Inofizielle Mitarbeiter-IM). Μέχρι το 1995 αναγνωρίστηκαν 174,000 άτομα ως ΙΜ, με άλλα λόγια ένα 2,5% του συνολικού πληθυσμού μεταξύ των ηλικιών 18 με 60. Καθώς καταστράφηκαν πολλά αρχεία, ο ακριβής αριθμός ΙΜ πιθανότατα να μη μαθευτεί ποτέ. Όμως 500,000 φαντάζει ένα ρεαλιστικό νούμερο. Ο John O. Koehler αναφέρει στο βιβλίο του Stasi. The Untold Story of the East German Secret Police:

«Χρησιμοποιώντας τους αριθμούς του Wiesenthal για την ναζιστική Γκεστάπο, για κάθε 2,000 πολίτες αντιστοιχούσε ένας αξιωματικός. Η αναλογία της Στάζι, ήταν ένα μυστικός αστυνομικός για κάθε 166 πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας. Όταν προστεθούν και οι τακτικοί πληροφοριοδότες, αυτές οι αναλογίες διαφοροποιούνται κατά πολύ. Στην περίπτωση της Στάζι, υπήρχε τουλάχιστον ένας κατάσκοπος για κάθε 66 πολίτες!» Κι εδώ δεν παραθέτω τους υπολογισμούς για τους «μερικής απασχόλησης» πληροφοριοδότες, όμως τουλάχιστον ένας πληροφοριοδότης για κάθε 6,5 πολίτες αντικατοπτρίζει το πώς κάθε διάσταση και στιγμή ζωής βρισκόταν υπό τον έλεγχο του μηχανισμού ασφαλείας του κράτους. Αν βάλει κανείς τα εκα-τομμύρια αρχεία το ένα πάνω στο άλλο σε μια γραμμή, η γραμμή αυτή θα έφτανε τα 202 χιλιόμετρα. Σε αυτά τα αρχεία μπορεί κανείς να βρει ένα απίστευτο αριθμό θυμάτων της Στάζι και των βασανιστών τους. Το καθεστώς αυτό, έκανε πράξη αυτό που η Hannah Ahrendt καθόρισε ως «δικτατορικό»: Κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να υπάρξει μόνο μέσω μιας ολικής κυβέρνησης, κι όταν οι δημοκρατικές διαδικασίες τέθηκαν σε λειτουργία, τον Νοέμβριο του 1989, έγινε χίλια κομμάτια, σαν ένα χωριό Potemkin* μετά από βροχή.

Σε ένα σχόλιό σας γύρω από το πρόσφατο θεατρικό σας κείμενο, σε μια χορεία ονομαζόμενη Decomposition At A Distance On The Record or Sleeps Murderer Black Sun, περιγράφετε τις ενέργειες του καθεστώτος ως «αποσύνθεση» των ανθρώπων. Και συνοψίζετε: «Αποσύνθεση σήμαινε παρεμπόδιση των ανθρώπων από του να ενεργήσουν. Σήμαινε την παράλυσή τους ως πολίτες, πείθοντάς τους πως τα πάντα ελέγχονταν. Σήμαινε την ανελέητη εφαρμογή ενός σιωπηλού εξαναγκασμού, που οδηγούσε στην συμμόρφωση». Πώς θα μπορούσε κάποιος να αντισταθεί στο καθεστώς από του να τον διαπλάσει και να τον καλουπώσει;

Η γενιά μου, η οποία γεννήθηκε κατά τον πόλεμο και παγιδεύτηκε στην Σοβιετική Ζώνη, όχι μόνο τραυματίστηκε ψυχικά από την φοβερή εμπειρία του πολέμου, ήταν επίσης αντιμέτωπη με την ναζιστική ιστορία της. Χάριν του μέλλοντος, γίναμε διψασμένοι για αλήθεια και ελευθερία. Οι πλείστοι από εμάς τηρήσαμε μια ειρηνόφιλη και αντιπολεμική στάση. Έπρεπε να μάθουμε να ζούμε μαζί με την εθνική μας ευθύνη. Η Ελληνο-Χριστιανική μας ταυτότητα και η κλασική κληρονομιά της Βαϊμάρης μας βοήθησαν να αναπτύξουμε μια αντιδικτατορική νοοτροπία.

Βασικό στοιχείο της ήταν η απόρριψη οποιασδήποτε πλύσης εγκεφάλου και παραπλανήσεως. Από την πρώτη μέρα, την 8η Μαΐου του 1945, την μέρα της άνευ όρων παράδοσης του Γερμανικού στρατού, μέχρι την τελευταία μέρα, την 9η Νοεμβρίου του 1989, την πτώση του τείχους του Βερολίνου, δεν χρειαζόταν κάποιος ιδιαίτερες ικανότητες για να βιώσει και να αναγνωρίσει το καθεστώς ως μια δεύτερη Γερμανική δικτατορία. Ο Ερυθρός Στρατός και οι Γερμανοί συνεργάτες του έκαναν τα πάντα για να μας βοηθήσουν να το κατανοήσουμε.

Το να ζει κανείς με βάση καθυποταγμένα ιδεώδη όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η δημοκρατία πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο. Πώς χειριστήκατε την κατάσταση με αξιοπρέπεια, αλλά και με τους αναγκαστικούς καθημερινούς συμβιβασμούς που επέφερε η ύπαρξή σας μέσα σε αυτό το σύστημα;

Στην αρχή ήταν η βίωση της Σοβιετικής κατοχής και αργότερα η καθημερινή συνειδητοποίηση της φύσης του καθεστώτος στο σχολείο, στην δουλειά, στην δημόσια ζωή, που μας εκπαίδευσαν να ανακαλύψουμε τις αντιθέσεις ανάμεσα στα λόγια και στις ενέργειες των καταπιεστών. Η μόνιμη εκπαίδευση στην υπόκρυψη των σκέψεών μας διαχώρισε την προσωπική από την δημόσια ζωή. Όμως, το πλέγμα μυστικών και ψεμάτων οδηγούσε και στην καταστροφή του χαρακτήρα. Υπήρχε μια απίστευτη σπατάλη χρόνου ζωής. Και πολλοί κουράστηκαν και παράτησαν την ελπίδα να δουν το δίκτυο γύρω τους να ξηλώνεται. Επίσης, έπρεπε να αναγνωρίσουμε πως η πολιτική στην Δυτική Γερμα-νία δεν νοιαζόταν για τους καταπιεσμένους ανθρώπους, αν αυτό δεν συμβάδιζε με τα συμφέροντά της. Μια αναπτυσσόμενη απάθεια και απραξία δημι-ουργήθηκε ως αποτέλεσμα μιας σειράς τραυματικών γεγονότων. Θυμηθείτε: Το πρώτο ήταν η εξέγερση το 1953, κατά την οποία χιλιάδες Γερμανοί στην Ανατολική Γερμανία φυλακίστηκαν και πολλοί σκοτώθηκαν. Ο Σοβιετικός Στρατός κατατρόπωσε την εξέγερση και οι Δυτικές δυνάμεις περιόρισαν τους εαυτούς τους σε προφορικές διαμαρτυρίες. Το 1956, γίναμε μάρτυρες της Σοβιετικής εισβολής στην Ουγγαρία, ενώ η Δύση παρακολουθούσε με οκνηρία. Η υπόσχεση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, John Foster Dulles, πως οι Η.Π.Α. θα «βοηθήσουν αυτούς που βοηθούν τους εαυτούς τους», αποδείχθηκε κούφια, σε ό,τι αφορούσε στα ήδη αιχμάλωτα έθνη. Οι γεμάτες αγωνία κραυγές των Ούγγρων για βοήθεια, μεταδιδόμενες από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Βουδαπέστης, αγνοήθηκαν. Το 1961, όταν Γερμανοί από το Ανατολικό τμήμα ξεχύθηκαν μαζικά προς το Δυτικό τμήμα, κτίστηκε το τείχος για να παρεμποδίσει την έξοδό τους. Ο Πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι, επηρεασμένος μετά από την συνάντησή του σε μια σύνοδο κορυφής στην Βιέννη δύο μήνες νωρίτερα με τον Nikita S. Khrushchev, χρειάστηκε τρεις μέρες αγωνιώδους συλλογισμού πριν διατάξει τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ που βρίσκονταν στο Βερολίνο να μην κάνουν τίποτα. Επτά χρόνια αργότερα, η «Άνοιξη της Πράγας» το 1968 οδηγήθηκε σε ακόμα μια εποχή των παγετώνων μέσω της εισβολής του Συμφώνου της Βαρσοβίας, με την συμμετοχή και του Στρατού του Λαού της Ανατολικής Γερμανίας.

Όμως τα γεγονότα επιβεβαίωσαν επίσης το γεγονός πως δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο. Με το Solidarnocz**, το Charta 77*** και έναν Πολωνό Πάπα στο Βατικανό, αναπτύχθηκε ένα ανανεωμένο αντικομουνιστικό αστικό κίνημα σε ολόκληρη την Σοβιετική αυτοκρατορία. Χωρίς αμφιβολία, κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, αναρωτιόμασταν συχνά, γιατί η Δύση έλαβε τόσο λίγα μη στρατιωτικά μέτρα για να επιδείξει την ξεκάθαρη εναντίωσή της, αντί να επιδεικνύει βασικά την συναίνεσή της για όσα γίνονταν. Μας υπενθύμισε επίσης ότι ένας αυξανόμενος διαχωρισμός της ηπείρου αποτελούσε μια προσωρινή ιστορική κατάσταση, η οποία θα άλλαζε αν όλες οι πρώην Συμμαχικές Δυνάμεις αποδέχονταν ένα επίσημο τέλος της μεταπολεμικής κατάστασης και μια ενωμένη Γερμανία επέστρεφε στην Ευρωπαϊκή οικογένεια.

Οι προσπάθειες του Σοβιετικού Προέδρου Mikhail Gorbachev, αρχίζοντας από την δεκαετία του ’80, για φιλελευθεροποίηση της Σοβιετικής Ένωσης και μεταρρύθμιση της οικονομίας, αντιμετωπίστηκαν με εχθρικότητα από την ηγεσία της Ανατολικής Γερμανίας. Τα μηνύματα αυτών των μέτρων, μολαταύτα, έφτασαν μέχρι τα αντιπολιτευτικά κλιμάκια της Ανατολικής Γερμανίας.

Ένα παράδειγμα για το νέο επίπεδο ρίσκου μέχρι το οποίο έφτανε ο κόσμος, θυμάμαι, έλαβε χώρα σε μια επίσημη πολιτική δεξίωση μπροστά από Δυτικές τηλεοπτικές κάμερες στις 17 Ιανουαρίου το 1988, όταν ακτιβιστές υπέρ των αστικών ελευθεριών άνοιξαν ένα πανό με τα διάσημα λόγια της Rosa Luxemburg: «Η ελευθερία, είναι πάντα η ελευθερία των διαφωνούντων». Αστυνομικοί της Στάζι με πολιτική περιβολή έσκισαν το πανό και κατά την συμπλοκή που ακολούθησε συνελήφθησαν 120 διαδηλωτές. Το πολιτικό κίνημα και η Στάζι αντέδρασαν αμείλικτα μετά από αυτό το περιστατικό. Ακολούθησαν περαιτέρω συλλήψεις και πολλοί επικριτές του καθεστώτος εξορίστηκαν στην Δυτική Γερμανία. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν αυτά τα πειθαρχικά μέτρα κατά της ανεξάρτητης γνώμης ως το μικρόβιο της ειρηνικής επανάστασης που ακολούθησε την επόμενη χρονιά στην Ανατολική Γερμανία. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων μάζεψαν το κουράγιο να εκφράσουν την διαμαρτυρία τους. Από τότε, εκείνη η χούφτα ανθρώπων άρχισε να ανεβαίνει ασυγκράτητα. Παρά την διακήρυξη του Honecker ακόμα και μέχρι τον Ιανουάριο του 1989 πως: «Το Τείχος θα παραμείνει για πενήντα, και ακόμα για εκατό χρόνια», οι επιδράσεις της glasnost και της perestroika άρχισαν να είναι εμφανείς στην Σοβιετική Ένωση και σε κάθε σημείο της Ανατολικής Ευρώπης. Οι μανιώδεις προσπάθειες του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας για απόρριψη της πραγματικότητας ήταν και πάλι έκδηλες στο Βερολίνο, στις 7 Οκτωβρίου, όταν γιορτάστηκε η τεσσαρακοστή επέτειος από την ίδρυσή του. Στην ομιλία του, ο Honecker καταδίκασε αυστηρά την Δυτική Γερμανία για παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις της Ανατολικής Γερμανίας και για παροτρύνσεις εκ μέρους της προς τους διαδηλωτές, δήλωσε άτοπα: «Ο σοσιαλισμός δεν θα παρεμποδιστεί ούτε θα σταματήσει την πορεία του, ούτε με βόδια, ούτε με γαϊδούρια». Ο προφητικός αντίλογος του Gorbachev, ο οποίος ήταν παρών στην εκδήλωση, απεικόνισε την άμεση πραγματικότητα: «Αυτός που θα έρθει πολύ αργά, θα υποφέρει τις συνέπειες της ιστορίας».

Μέχρι το δεύτερο μισό του 1989, στην αντιπολίτευση της Ανατολικής Γερμανίας υπήρχε αριθμός ομάδων με ποικιλία στόχων, αρκετά δυνατές για να οργανώσουν μεγάλες διαδηλώσεις. Οι συνέπειες της αποτυχίας να τεθούν υπό έλεγχο πρωτύτερες μεγάλες διαδηλώσεις κατά της ακαμψίας του καθεστώτος ήρθαν στις 9 Οκτωβρίου το 1989, όταν 70,000 διαδηλωτές, διαδήλωσαν στην Λειψία φωνάζοντας «Εμείς είμαστε ο λαός». Όταν ο Σοβιετικός Στρατός παραμέρισε και η αστυνομία δεν ανέλαβε δράση κατά αυτές τις ιστορικές ώρες, έγινε ξεκάθαρο σε όλους πως οι μέρες της δεύτερης Γερμανικής δικτατορίας ήταν μετρημένες. Αφότου τα πλήθη στην Λειψία ξεπέρασαν τους 100,000 διαδηλωτές στις 16 Οκτωβρίου, ο Honecker παραιτήθηκε και όλες οι ενέργειες κατά των διαδηλωτών διακόπηκαν.

Είναι εμφανές, πως η ένδειξη πρόθεσης για διάλογο και αλλαγή (Wende) ήρθαν αργά. Οι συνέπειες της ιστορίας είχαν διανοίξει για μια πανευρωπαϊκή τροχιά ελευθερίας, ευημερίας, ειρήνης και ασφάλειας.

Haus: Η μαζική ροή Ανατολικογερμανών προς την Δύση μέσω γειτονικών σοσιαλιστικών χωρών κατά το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1989 -ειδικά μέσω της Ουγγαρίας- αποτέλεσε στοιχείο της αυξανόμενης δημόσιας εναντίωσης προς το καθεστώς. Σε συνδυασμό με τα τεράστια οικονομικά προβλήματα και αφού η Σοβιετική ηγεσία κατέστησε ξεκάθαρο πως δεν θα έπρεπε να περιμένει βοήθεια εκ των έξω, το καθεστώς κατέρρευσε υπό τις μαζικές και συνεχώς αυξανόμενες διαδηλώσεις του λαού. Μετά τις εκλογές κατά την άνοιξη του 1990, η αντιπολίτευση, η Χριστιανοδημοκρατική «Συμμαχία για την Γερμανία», ανέλαβε τα ηνία της διακυβέρνησης του κράτους. Ως προϋπόθεση για την Γερμανική ενότητα, οι συζητήσεις των Δύο Συν Τέσσερις ανάμεσα στις δύο Γερμανικές κυβερνήσεις και τις τέσσερις νικήτριες δυνάμεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησαν την 5η Μαΐου. Κατά την διάρκεια τεσσάρων συνόδων, εκ των οποίων η τελευταία έγινε στις 12 Σεπτεμβρίου, οι συζητήσεις κατέληξαν στην υπογραφή της Συνθήκης της Τελικής Επίλυσης όσον αφορά στην Γερμανία (η Συνθήκη των Δύο Συν Τέσσερις). Αυτές οι συνομιλίες πρόσφεραν λύσεις σε ερωτήματα όσον αφορούσε στα ανατολικά σύνορα της Γερμανίας, στην ισχύ των Γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων και στο σχέδιο της απόσυρσης των Συμμαχικών στρατευμάτων από το Γερμανικό έδαφος. Σε μια θερμή συνάντηση ανάμεσα στον Gorbachev και τον Καγκελάριο Kohl στις 16 Ιουλίου, ενοποιήθηκε η Γερμανική παρουσία στο ΝΑΤΟ και η απόλυτη εθνική αυτονομία παραχωρήθηκε από τον Σοβιετικό πρόεδρο. Η μεταπολεμική κατάσταση έφτασε επιτέλους στο τέλος της. Στις 3 Οκτωβρίου το 1990, το Σοβιετικό ανδρείκελο που υπήρχε ως καθεστώς έπαψε να υπάρχει και η περιφέρεια και λαός του είχαν επιτέλους την ελευθερία να συνενωθούν με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η διαίρεση του έθνους μας, που κράτησε για δεκαετίες, τερματίστηκε.

 

* Potemkin: Tα χωριά Potemkin ήταν ψεύτικοι οικισμοί που ανεγέρθηκαν υπό τις οδηγίες του Ρώσου υπουργού Grigory Potyomkin για να ξεγελάσει την Αυτοκράτειρα Catherine II κατά την επίσκεψη της στην Κριμαία το 1787, δίνοντας μεγαλύτερη αίγλη στα εδάφη του.

** Solidarnocz: H «αλληλεγγύη» στα ελληνικά, ήταν το πρώτο μη κομμουνιστικά ελεγχόμενο εργατικό σωματείο σε χώρα της Συνθήκης της Βαρσοβίας.

*** Charta 77: Μια ανεπίσημη πρωτοβουλία των πολιτών στην Τσεχοσλοβακία από το 1977 μέχρι το 1992.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>