Βία στα γήπεδα: Ποιος θα μιλήσει στους οπαδούς;
Τεύχος Ιανουαρίου 2010 | Μάριος Χριστοφόρου | Κατηγορία: ΚοινωνίαΤα τελευταία χρόνια η βία στα γήπεδα έχει πάρει τρομακτικές διαστάσεις και στον τόπο μας. Σημείο των καιρών; Φαινόμενο μιας κοινωνίας που αλλάζει χωρίς να στηρίζεται σε γερές βάσεις; Αποτέλεσμα φανατισμού που ενσπείρουν κάποιοι στις ψυχές των νέων; Όλα αυτά είναι ερωτήματα που τίθενται, την στιγμή που η πολιτεία δεν φαίνεται να έχει τις σωστές απαντήσεις.
Τι λένε όμως οι ίδιοι οι φίλαθλοι; Στην προσπάθειά μας να λάβουμε απαντήσεις επιχειρήσαμε να μιλήσουμε με τους συνδέσμους φιλάθλων των δύο μεγαλύτερων ποδοσφαιρικών σωματείων και αυτών που στην συνείδηση πολλών φαίνεται να έχουν τις μεγαλύτερες διαφορές. Επικοινωνήσαμε με τους συνδέσμους τόσο του ΑΠΟΕΛ, όσο και της Ομόνοιας, στην προσπάθειά μας να έχουμε ένα ισορροπημένο ρεπορτάζ με τις απόψεις εκάστων.
Από πλευράς Ομόνοιας μιλήσαμε με τον Σύνδεσμό Φιλάθλων Λάρνακας Αμμοχώστου. Μας επεσήμαναν ότι και οι ίδιοι προβληματίζονται έντονα για τα φαι-νόμενα αυτά τα οποία οδήγησαν στην μείωση της προσέλευσης οπαδών στα γήπεδα, έχοντας άμεσες επιπτώσεις στα οικονομικά των σωματείων. Κατά την δική τους άποψη, βασική αιτία για τα επεισόδια που παρατηρούνται είναι το γεγονός ότι οι οπαδοί δεν εμπιστεύονται την διαιτησία και θεωρούν ότι υπάρχει εύνοια προς συγκεκριμένες ομάδες. Οι οπαδοί της Ομόνοιας υποστηρίζουν από την άλλη ότι ακροδεξιές οργανώσεις έχουν παρεισφρύσει στους κόλπους κάποιων ποδοσφαιρικών ομάδων και προκαλούν ηθελημένα επεισόδια.
Από πλευράς των φιλάθλων του ΑΠΟΕΛ δυστυχώς τηρήθηκε «σιγή ιχθύος». Προσπαθήσαμε επανειλημμένα να έρθουμε σε επαφή μαζί τους αλλά βρήκαμε τις πόρτες κλειστές. Εμείς απλώς τους λέμε ότι ο διάλογος και η συζήτηση δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. Είναι δε βέβαιο ότι οι καταστάσεις που βιώνουμε ως κοινωνία σε καμία περίπτωση δεν θα εκτονωθούν από μόνες τους. Ευχόμαστε πάντως η ευτυχής κατάληξη του πρόσφατου ντέρμπι μεταξύ των δύο μεγάλων ομάδων, το οποίο διεξήχθη και έληξε «ειρηνικά», να είναι η απαρχή μιας νέας εποχής με καλύτερες μέρες. Πολύ φοβούμαστε όμως ότι αν τα προβλήματα δεν αντιμετωπιστούν και καλυφθούν πίσω από αυτό το γεγονός μάλλον θα τα βρούμε ξανά μπροστά μας.
Αυτό ωστόσο που γενικότερα διαπιστώνουμε από την μικρή αυτή έρευνα που κάναμε σε φιλάθλους σωματείων, αλλά και από την γενικότερη εμπειρία μας, είναι ότι υπάρχει τάση να επιρρίπτονται οι ευθύνες αλλού. Στην διαιτησία, στα άλλα σωματεία, στους «κακούς δημοσιογράφους». Ούτε λόγος για τις ευθύνες των ίδιων των σωματείων, αλλά και πολλές φορές των κομμάτων που τα στηρίζουν (ως γνωστόν το να δηλώνεις στην Κύπρο την ομάδα σου ισοδυναμεί με δήλωση της ψήφου σου στις εκλογές).
Τα ακραία πολιτικά σύμβολα που αναρτούν οι οπαδοί στα γήπεδα, όπως σβάστικες και σφυροδρέπανα, και η απροθυμία των πολιτικών χώρων που στηρίζουν τις ομάδες να ασκήσουν κριτική στα κακώς έχοντας των σωματείων, θα έπρεπε να προβληματίσει.
Ίσως κάποιος θα έπρεπε να διδάξει, ή τουλάχιστον να υποδείξει στους νεαρούς φιλάθλους, ότι οι ομάδες τους δεν έχουν το αλάθητο και το αήττητο και ότι το ποδόσφαιρο είναι απλώς ένα άθλημα το οποίο καμιά σχέση έχει με πολιτική, θρησκεία ή προσωπικές βε-ντέτες. Ωστόσο κανένας από τους «σώφρονες» πολιτικούς, πολιτειακούς και αθλητικούς παράγοντες δεν δείχνει διατεθειμένος να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Ισως επειδή η κατάσταση αυτή βολεύει και εξαργυρώνεται συνήθως σε χρήματα ή ψήφους.
Δεν αρνούμαστε ότι η κοινωνία μας έχει αλλάξει, ότι πρέπει να γίνουν τομές στην αστυνόμευση των γηπέδων και ότι ευθύνες έχει η κάθε οικογένεια ξεχωριστά. Αυτό που λέμε είναι ότι κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή και να λάβει επιτέλους τις ευθύνες που του αναλογούν. Και αυτό θα ήταν καλό να αρχίσει από τους άμεσα εμπλεκόμενους.
