Γράφει:

Ανοικτή Επιστολή: Μια απάντηση για τον Economist

Αξιότιμοι κύριοι,

σας γράφω αναφερόμενος στο άρθρο της 24ης Απριλίου 2010, το οποίο συμπεριλήφθηκε στο τεύχος 24-30 Απριλίου και το οποίο αφορά στο κυπριακό πρόβλημα, υπό τον τίτλο «Enter Eroglu». Κατά την άποψή μου, υπάρχουν μερικά σημαντικά σφάλματα στην ανάλυσή σας, η οποία θα μπορούσε όχι -σκόπιμα- να συμβάλει στην επικράτηση παρανοήσεων ανάμεσα στο αναγνωστικό σας κοινό. Όντας ο ίδιος αναγνώστης και συνδρομητής του «The Economist» για σχεδόν μια δεκαετία, πιστεύω ότι η ιστορία, το κύρος και η αξιοπιστία της σεβαστής εφημερίδας σας θα έπρεπε να υποστηρίζεται από αποκλειστικά ορθά και έγκυρα άρθρα.

Αν και υπάρχουν πολλά συζητήσιμα σημεία στο εν λόγω άρθρο, θα επικεντρώσω τις παρατηρήσεις μου σε τέσσερα από αυτά, τα οποία και θεωρώ ως τα πλέον αδόκιμα:

1. «Το νησί παραμένει διαιρεμένο για πάνω από 35 χρόνια, παρά τους πολλούς γύρους συνομιλιών για επίλυση του προβλήματος».

Είναι αλήθεια πως το νησί είναι διαιρεμένο από το καλοκαίρι του 1974. Ωστόσο, είναι πρωταρχικής σημασίας να τονιστεί ότι αυτή η ντε φάκτο διαίρεση αποτελεί άμεση συνέπεια της στρατιωτικής εισβολής της Τουρκίας, όπως επιμελώς σημειώνεται σε ένα άλλο άρθρο στο ίδιο τεύχος της εφημερίδας σας («A Mediterranean quagmire»). Η Τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου 1974 εκδηλώθηκε αμέσως μετά το χουντικό πραξικόπημα, το οποίο είχε λάβει χώρα πέντε μέρες νωρίτερα. Η Τουρκία υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, κατείχε το δικαίωμα να παρέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο προς αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, η οποία διαταράχθηκε από το πραξικόπημα. Όσον αφορά στην προαναφερόμενη αξίωση, το άρθρο τέσσερα της Συνθήκης Εγγυήσεως αναφέρει: «Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της παρούσας Συνθήκης, η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διαβουλευτούν μεταξύ τους ως προς το θέμα των παραστάσεων ή των αναγκαίων μέτρων προς εξασφάλιση της τήρησης των διατάξεων αυτών. Σε περίπτωση που η κοινή ή συντονισμένη δράση δεν αποβεί δυνατή, η καθεμιά από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις διατηρεί το δικαίωμα να αναλάβει δράση με μοναδικό σκοπό την αποκατάσταση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από την παρούσα Συνθήκη».

Αν και το άρθρο τέσσερα της Συνθήκης Εγγυήσεως αναφέρεται στο δικαίωμα για παρέμβαση, δεν αναφέρεται σε στρατιωτική παρέμβαση για τον απλό λόγο ότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα των Ηνωμένων Εθνών, καμιά χώρα δεν έχει το δικαίωμα να παρέμβει στρατιωτικά σε μια άλλη χώρα χωρίς την συναίνεση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η κυπριακή Κυβέρνηση πάντοτε υποστήριζε την παραπάνω θέ-ση και κάλεσε την Τουρκία, η οποία αντιτίθετο σε αυτήν, να προσφύγει, μαζί με την Κύπρο, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την λήψη απόφασης για το κατά πόσον η Τουρκία εισέβαλε νόμιμα στην Κύπρο ή όχι. Η Τουρκία, ωστόσο, αρνείται να κάνει κάτι τέτοιο. Ακόμη και αν, υποθετικά μιλώντας για χάριν του επιχειρήματος, η Τουρκία είχε το δικαίωμα να παρέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο, εγγυώμενη έτσι -ως εγγυήτρια δύναμη- την εδαφική ακεραιότητα, την ανεξαρτησία, την ενότητα και την συνταγματική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα έπρε-πε να παρέμβει για να αποκαταστήσει όλες τις παραπάνω αρχές. Αντιθέτως, η εισβολή της Τουρκίας ολοκληρώθηκε με πρόδηλη παραβίαση της Συνθή-κης του 1960, καθώς και του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στην πραγματικότητα, αυτό που έκανε η Τουρκία ήταν να καταστήσει το ένα τέταρτο του Κυπριακού πληθυσμού πρόσφυγες, επικαλούμενη την Συνθήκη Εγγυήσεως. Στην ουσία, η Τουρκία εξεδίωξε ένα στους τέσσερις Κύπριους, κατάστρεψε ολοσχερώς την οικονομία, προκάλεσε αμέτρητα προβλήματα και αφόρητο πόνο και στέρησε από όλους τους Κύπριους την θεμελιώδη ελευθερία διακίνησης, εγκατάστασης και το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

2. «Τον Μάιο του 2004, η Ευρωπαϊκή Ένωση δέχτηκε αφελώς την (Ελληνοκυπριακή) Δημοκρατία της Κύπρου στους κόλπους της, ασχέτως του ότι οι Ελληνοκύπριοι ψηφοφόροι απέρριψαν το σχέδιο επανένωσης (Ανάν) του ΟΗΕ. Ως Κράτος Μέλος, η Κύπρος έχει παίξει έναν καταστρεπτικό ρόλο, υποσκάπτοντας και τις προσπάθειες της ΕΕ να βοηθήσει τους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι ψήφισαν υπέρ του σχεδίου Ανάν, και τις ενταξιακές συνομιλίες με την Τουρκία».

Αν και ο αρθρογράφος αποδίδει αφέλεια στην ΕΕ ως αποτέλεσμα της απόφασής της να δεχτεί την Κυπριακή Δημοκρατία ως πλήρες μέλος, η κίνησή της αυτή δεν ερχόταν κατά κανένα τρόπο σε αντίθεση με το κοινοτικό κεκτημένο, ούτε και με τον πολιτικό και νομικό πολιτισμό της Ένωσης. Η Κύπρος είχε εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις αρκετά νωρίς, πριν από όλα τα υπόλοιπα υποψήφια προς ένταξη κράτη, τα οποία εντάχθηκαν στην ΕΕ το 2004. Όσο για τις πολιτικές επιπλοκές της ένταξης της Κύπρου, διερωτώμαι κατά πόσον η Ένωση θα μπορούσε να διατηρήσει της αξιοπιστία της εάν απέρριπτε ένα υποψήφιο για πλήρη ένταξη κράτος, απλώς και μόνον για πολιτικούς λόγους, λόγω των ειδικών συμφερόντων ενός (ή μιας ομάδας) από τα Κράτη Μέλη της, ή κάποιου κράτους εκτός ΕΕ. Υποθέτω πως δεν θα ταυτιζόσασταν με αυτή την θέση, καθώς στο ίδιο άρθρο ο αρθρογράφος υπαινίσσεται ότι «η Γαλλία και η Γερμανία, ξεδιάντροπα, χρησιμοποιούν την Κύπρο ως ακόμη μια δικαιολογία για να παραμείνει η Τουρκία εκτός ΕΕ».

Επίσης, θα ήθελα να σχολιάσω το γεγονός ότι αναφέρεστε στην Κυπριακή Δημοκρατία ως «Ελληνοκυπριακή». Σύμφωνα με το ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο και υιοθετήθηκε την 4η Μαΐου του 1964 (αμέσως μετά την έξοδο των Τουρκοκυπρίων από την κυπριακή Κυβέρνηση και την Βουλή ως αποτέλεσμα των δικοινοτικών ταραχών), η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει η μόνη νόμιμη και αναγνωρισμένη αρχή στην Κύπρο και «φέρει την ευθύνη της διατήρησης και αποκατάστασης του νόμου και της τάξης». Αυτή η συμπαγής θέση υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερα, ζωτικής σημασίας ψηφίσματα, όπως για παράδειγμα το 353 της 20ης Ιουλίου του 1974, την ημέρα δηλαδή της Τουρκικής εισβολής, και το 541 της 18ης Νοεμβρίου του 1983, τρεις ημέρες μετά την ανακήρυξη της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Παρά τις διχοτομικές και αποσχιστικές ενέργειες της Τουρκίας, η μη κατεχόμενη έκταση της Κύπρου όπου Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες εξωθήθηκαν από τον Τουρκικό Στρατό το 1974 δεν είναι μόνο η «Ελληνοκυπριακή Ζώνη» (όπως δηλώνετε στον χάρτη που συνοδεύει το υπό συζήτηση άρθρο). Η μη κατεχόμενη έκταση αποτελεί την έκταση της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου οι αρχές της Δημοκρατίας ασκούν αποτελεσματικό έλεγχο, ενώ οι υπόλοιπες είναι «οι εκτάσεις στις οποίες η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο» (Άρθρο 2, Πρωτόκολλο 10 της Συνθήκης Προσχώρησης στην ΕΕ). Επιπλέον, η Δημοκρατία της Κύπρου ποτέ δεν εμπόδισε τους Τουρκοκύπριους πολίτες να διατηρήσουν την κυπριακή τους ιθαγένεια, ακόμη κι αν ζουν στην κατεχόμενη έκταση και κατέχουν την ιθαγένεια της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», νοουμένου ότι όντως πρόκειται για Τουρκοκύπριους και όχι έποικους που παράνομα μεταφέρθηκαν από την Τουρκία στην κατεχόμενη έκταση της Κύπρου, με στόχο την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα του νησιού.

Κατανοώ απολύτως την δυσκολία επεξήγησης της διαφοράς ανάμεσα σε μια κατάσταση ντε φάκτο και της κατάστασης όπως αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο και την διεθνή κοινότητα, στα πλαίσια ενός μικρού άρθρου. Ωστόσο, λόγω της πολυπλοκότητας και των λεπτών ισορροπιών του κυπριακού προβλήματος, θα πρότεινα όπως παρόμοιες διατυπώσεις να εκφράζονται στο μέλλον με μεγαλύτερη προσοχή.

Όσο για την αρνητική ψήφο του 76% των Ελληνοκύπριων ψηφοφόρων στο Σχέδιο Ανάν, η ανάλυσή σας είναι καταφανώς προκατειλημμένη. Δυστυχώς, υπεραπλουστεύετε την πραγματικότητα, παρουσιάζοντας την απόρριψη του εν λόγω σχεδίου ως μια αποστροφή των Ελληνοκυπρίων ως προς την αναζήτηση λύσης. Εν τούτοις δεν αναφέρεστε στις αιτίες αυτής της απόρριψης, ούτε και στις διατάξεις εκείνες του σχεδίου Ανάν οι οποίες ώθησαν τους Ελληνοκύπριους να το απορρίψουν. Η αναφορά σε αυτές τις αιτίες θα απαιτούσε μια ανάλυση η οποία θα ήταν υπερβολικά μακροσκελής για τα όρια μιας επιστολής. Ωστόσο, είμαι σίγουρος ότι μια απλή και αμερόληπτη ανάγνωση του σχεδίου θα σας βοηθούσε να κατανοήσετε ότι ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι που σχετίζονται με ζωτικά συμφέροντα όπως η ασφάλεια, η δικαιοσύνη και η βιωσιμότητα της λύσης, οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα.

Τέλος, όσον αφορά στον «καταστρεπτικό ρόλο» που θεωρείτε ότι έπαιξε η Κύπρος στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ, υποθέτω ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα εάν η Τουρκία αναγνώριζε την Κυπριακή Δημοκρατία, ένα πλήρες Μέλος της Ένωσης. Η αξίωση συμμετοχής σε ένα σύνολο χωρίς την αναγνώριση της ύπαρξης όλων των Μελών του δεν είναι μόνο παράτυπη, αλλά και σε αντίθεση με την κοινή λογική. Διερωτώμαι εάν θα επιμείνατε με τον ίδιο τρόπο όπως το Ισραήλ δεσμευθεί σε ουσιώδεις συνομιλίες με την Χαμάς ή την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, χωρίς πρώτα να έχει εξασφαλίσει μια παραδοχή του δικαιώματός του να υπάρχει.

3. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η Τουρκοκυπριακή πλευρά, αλλά η έλλειψη πίεσης στους Ελληνοκυπρίους για να κάνουν παραχωρήσεις».

Η ένστασή μου σε αυτή την άποψη σχετίζεται με το αν όντως είναι η Ελληνοκυπριακή πλευρά αυτή που πρέπει να κάνει περαιτέρω παραχωρήσεις. Η Ελληνοκυπριακή κοινότητα, ως ένα εκ των δύο μερών στις παρατεταμένες δικοινοτικές συνομιλίες για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, έχει προχωρήσει σε μια σειρά ιδιαίτερα οδυνηρών παραχωρήσεων, τουλάχιστον από το 1977. Έχει συμβιβαστεί με την «διζωνική δικοινοτική» ομοσπονδία, τον παραδοσιακό στρατηγικό στόχο της Τουρκίας, ως το προτιμητέο σύστημα για επανένωση της Κύπρου (παρά το ότι οι πλείστοι Ελληνοκύπριοι ανησυχούν ιδιαιτέρως για τις επιπλοκές που πιθανώς να περιέχει ο τελικός σχηματισμός ενός διακανονισμού αυτής της φύσης), εγκρίνοντας συνεπώς την μετατροπή της ενιαίας μορφής του κράτους, όπως αυτή διαμορφώθηκε από το 1960. Έχει αποδεχτεί τον ηγέτη της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» ως συνομιλητή, αντί της απευθείας αντιπροσώπευσης της Τουρκίας, ενδίδοντας συνεπώς σε μια εξέλιξη που ουσιαστικά εξισώνει την θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας με αυτήν της αποσχιστικής «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Υπό τον σημερινό Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια, έχει συζητηθεί ακόμη και η πιθανότητα να παραμείνει ένας αριθμός εποίκων στην Κύπρο μετά την επίλυση του προβλήματος, αν και η παρουσία τους στην Κύπρο συνιστά έγκλημα πολέμου, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Δεδομένων όλων αυτών, και πολλών άλλων, επίπονων παραχωρήσεων, οι οποίες έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους, διερωτώμαι εάν ακόμη πιστεύετε ότι η Ελληνοκυπριακή πλευρά, το θύμα μιας βίαιης παρέμβασης και μιας συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής, είναι η πλευρά που θα πρέπει να υποχωρήσει. Και εάν ναι, ποιες περαιτέρω υποχωρήσεις θα πρέπει να κάνει και ως αντιστάθμιση ποιων αντίστοιχων τουρκοκυπριακών υποχωρήσεων;

4. «Η κυπριακή Κυβέρνηση, από το 2004 μέχρι και σήμερα, έχει παρεμποδίσει την επίτευξη ενός διακανονισμού για να επιτραπεί το απευθείας εμπόριο της ΕΕ με την βόρεια Κύπρο. Τώρα, σύμφωνα με ένα δυσνόητο άρθρο της Συνθήκης της Λισαβόνας, [η υπόθεση αυτή] αναβιώνει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Σε περίπτωση που περάσει, θα μπορούσε να εγκριθεί από μια πλειοψηφία των Κυβερνήσεων της ΕΕ, ανοίγοντας τον δρόμο για τους Τούρκους να εγκαταλείψουν την άρνησή τους να ανοίξουν τα τουρκικά λιμάνια και αεροδρόμια για εμπόριο με τους Ελληνοκυπρίους. Ένας τέτοιος ελιγμός εκ μέρους της ΕΕ θα τερμάτιζε την οικονομική απομόνωση των Τουρκοκυπρίων και θα ασκούσε πίεση στους Ελληνοκυπρίους να προσπαθήσουν εντονότερα για μια διευθέτηση και η μακρόχρονη ιστορία του κυπριακού προβλήματος θα μπορούσε να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό τέλος».

Αυτή η πολιτική άποψη είναι αναμφίβολα μονομερής. Συνεπώς, καθώς το άρθρο σας είναι ανυπόγραφο, η εφημερίδα σας θα πρέπει να εκτεθεί σε αυτή την κριτική, καθώς τηρεί φιλοτουρκική στάση, υιοθετώντας τις θεωρήσεις της Τουρκίας επί του θέματος.

Το πρόβλημα με αυτή την άποψη είναι ότι αυτή η πρόταση ανταλλαγής στον τομέα του εμπορίου, η οποία κατατέθηκε αρχικά από την Τουρκία (ήτοι το απευθείας εμπόριο με τους Τουρκοκυπρίους και την ΕΕ και το άνοιγμα των Τουρκικών λιμανιών και αεροδρομίων για τους Ελληνοκυπρίους), ουσιαστικά βρί-σκεται σε σύγκρουση με τις κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η ίδια η ΕΕ. Αυτό γίνεται περισσότερο από εμφανές στην αντιδήλωση από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα Κράτη Μέλη της ως απάντηση στην δήλωση της Τουρκίας, η οποία έγινε κατά την φάση της υπογραφής του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας της Άγκυρας (21/09/05). Η ανάγκη για άνοιγμα των λιμανιών και των αεροδρομίων της και η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, προτάσσονται άνευ όρων ως προϋποθέσεις για την ένταξη της Τουρκίας. Σύμφωνα με την αντιδήλωση, «η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα Κράτη Μέλη της αναμένουν πλήρη, χωρίς διακρίσεις εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, καθώς και την άρση όλων των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στα μέσα μεταφοράς. Η Τουρκία πρέπει να εφαρμόσει το πρωτόκολλο πλήρως, για όλα τα Κράτη Μέλη της ΕΕ». Η αντιδήλωση δεν κάνει καμία αναφορά στην ρύθμιση του εμπορίου ως όρο, όσον αφορά στις κυπροτουρκικές σχέσεις, εν όψει της ένταξης της Τουρκίας. Το θέμα της ρύθμισης του εμπορίου είναι πράγματι σημαντικό, εξ’ ου και η Κυπριακή Δημοκρατία έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για μια δίκαιη διευθέτηση, χωρίς να εγείρεται ζητήματα απόδοσης ιδιότητας ξεχωριστής οντότητας στην λεγόμενη «ΤΔΒΚ» (οι οποίες και έχουν απορριφθεί από την τουρκοκυπριακή ηγεσία. Προφανώς, ο πραγματικός στόχος του απευθείας εμπορίου με την ΕΕ δεν είναι η ευημερία των Τουρκοκυπρίων, αλλά τα πολιτικά οφέλη που προσδοκούνται από αυτό). Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος (πέραν από τις αντιλήψεις και τα ειδικά συμφέροντα της Τουρκίας) για να ιδωθούν αυτά τα δύο θέματα ως περιεχόμενα του ίδιου πακέτου.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,΄

Μιχάλης Κοντός

Πολιτικός επιστήμονας, αρχισυντάκτης του πολιτικού περιοδικού «Σύγχρονη Άποψη»

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>