Γράφει: Αθηνά Χατζή
Περί συγχωρήσεως
Συγχώρηση ή [sinxόrisi] & συγχώρεση ή [sinxόresi]: Η ενέργεια του συγχωρώ, η συγγνώμη που δίνεται σε κπ. που έκανε μια πράξη παράνομη ή αντίθετη με τον ηθικό νόμο. Αυτός είναι ο ορισμός της συγχώρεσης κατά τον λεξικογράφο (Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, λήμμα συγχώρηση ή συγχώρεση, www.greek-language.gr, πρόσβαση στις 04-07-2010).
Προκύπτει δε από το ρήμα συγχωρώ. Κατ’ εμέ, καίτοι δε σχετίζεται με την ετυμολογία του ρήματος στην αρχαία ελληνική (που σημαίνει συμφωνώ, συγκατατίθεμαι), το συγχωρώ ερμηνεύεται στην κυριολεξία του: Συν + χωρώ = χωρώ κι εγώ και ο άλλος, χωράμε μαζί. Κι εκεί έγκειται το ασυγχώρητον στις ανθρώπινες σχέσεις· σχεδόν όλα περνούν, σχεδόν όλα απαλύνονται, ενίοτε απαλείφονται συν τω χρόνω, πλην δεν χωράνε ποτέ ξανά μαζί πουθενά. Το αμετάκλητον είναι αυτό που πληγώνει, ακόμη και στην περίπτωση που συγχωρείς. Η πράξη που επιφέρει την ανάγκη συγχώρεσης δημιουργεί ένα ρήγμα εκεί που κάποτε υπήρχε ένα όλον. Κι όταν μία σχέση διαρρήγνυται, δεν μπορείς να επιστρέψεις. Συνεπώς, με όρους χωρικούς, η συγχώρεση προϋποθέτει την δυνατότητα επανεξέτασης του κατά πόσον «χωράμε μαζί» ξανά, με όρους χρονικούς, και κατά πόσον μπορούμε να επιστρέψουμε στην πρότερη κατάσταση αρμονικής συνύπαρξης χωρίς λόγια και πράξεις που πληγώνουν.
Ακόμη κι όταν επέλθει η συγχώρεση, δεν επέρχεται η λήθη. Συγχωρώ δεν σημαίνει ξεχνώ. Η εμπιστοσύνη είναι αυτή που κλονίζεται, η εμπιστοσύνη-θεμέλιο υγιών σχέσεων. Κι όταν διασαλευτεί η ισορροπία μίας αμοιβαιότητας στην εμπιστοσύνη, πώς συγχωρείς; Κι αν, υποθετικά, συγχωρήσεις, πώς παύεις να θυμάσαι; Η μνήμη της πληγής παραμένει και επανέρχεται, ακόμη κι όταν εφευρίσκεις εξηγήσεις, δικαιολογίες, ελαφρυντικά. Δεν διατείνομαι ότι η «συγγνώμη» είναι χειρονομία άχρηστη· δύναται να είναι εξαιρετικά ανακουφιστική, παρηγοριά και βάλσαμο για πληγωμένους ανθρώπους. Θεωρώ, όμως, ότι είναι περιττή, ότι έρχεται κάπως αργά για να έχει νόημα πρακτικό. Σέβομαι εαυτόν και τον άλλον σημαίνει ότι προσπαθώ, υπερβαίνοντας τα ανθρώπινα πάθη μου ενίοτε, να διασφαλίσω ότι δεν θα προ-κύψει η ανάγκη να ζητήσω συγχώρεση, ότι δεν θα διαπράξω σφάλμα τόσο σαρωτικό, ώστε να διακινδυνεύσω την ύπαρξη της σχέσης μου με τον άλλο άνθρωπο.
Η συγχώρεση είναι παραχώρηση, δεν είναι απαιτητέα, δεν είναι αυτονόητη, δεν είναι επί της ουσίας εφικτή συνήθως, γιατί ο ζητών συγχώρεση διακατεχόμενος από την ιδέα της δεύτερης ευκαιρίας δεν συνειδητοποιεί την αντίφαση του σχήματος «δεύτερη ευκαιρία»· ότι, δηλαδή, η ευκαιρία συμβαίνει άπαξ και δεύτερη δεν νοείται.
Εν κατακλείδι, παραθέτω την ποιήτρια:
Πάλι σε συγχωρώ
πάλι σε ονειρεύτηκα
αύριο πάλι αύριο
θα σου το ξαναπώ
πάλι θα μου ζητήσεις
λογική εξήγηση
πάλι θα σου απαντήσω ότι
να αντέξεις είναι το ζητούμενο
όχι να καταλάβεις.
Κική Δημουλά, «Πάλι σε συγχωρώ»,
Ήχος απομακρύνσεων, Ίκαρος 2001.
