<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Σύγχρονη Άποψη &#187; Νάσα Παταπίου</title>
	<atom:link href="http://www.apopsi.com.cy/tag/%ce%bd%ce%ac%cf%83%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%80%ce%af%ce%bf%cf%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://www.apopsi.com.cy</link>
	<description>Αρχείο Τευχών 2008-2010</description>
	<lastBuildDate>Tue, 10 Jan 2012 20:01:30 +0000</lastBuildDate>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>http://wordpress.org/?v=3.3</generator>
		<item>
		<title>&#928;&#959;&#953;&#951;&#964;&#953;&#954;ή &#963;&#965;&#955;&#955;&#959;&#947;ή &#934;&#945;&#963;&#947;ά&#957;&#959;&#965; &#916;ί&#967;&#945;</title>
		<link>http://www.apopsi.com.cy/2010/07/2737/</link>
		<comments>http://www.apopsi.com.cy/2010/07/2737/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Jul 2010 19:20:57 +0000</pubDate>
		<dc:creator>author</dc:creator>
				<category><![CDATA[23]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Ιωάννα Χατζηκωστή]]></category>
		<category><![CDATA[Νάσα Παταπίου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.apopsi.com.cy/2010/07/2737/</guid>
		<description><![CDATA[Με εξώφυλλο την Χριστίνα Ντε Πιζάν, μια πρωτοπόρο γυναίκα ποιήτρια που έζησε από το 1364 μέχρι το 1429, και την βαρύτατα εμποτισμένη με πόνο και απορία (απόγνωση μάλλον, αφού πρόκειται να πεθάνει και με τέτοιο φρικτό θάνατο) φράση του Ηρακλή από τις Τραχίνιες του Σοφοκλή «φασγάνου δίχα» παρουσιάζει η Νάσα Παταπίου τα ποιήματα της δεύτερης [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Με εξώφυλλο την Χριστίνα Ντε Πιζάν, μια πρωτοπόρο γυναίκα ποιήτρια που έζησε από το 1364 μέχρι το 1429, και την βαρύτατα εμποτισμένη με πόνο και απορία (απόγνωση μάλλον, αφού πρόκειται να πεθάνει και με τέτοιο φρικτό θάνατο) φράση του Ηρακλή από τις Τραχίνιες του Σοφοκλή «φασγάνου δίχα» παρουσιάζει η Νάσα Παταπίου τα ποιήματα της δεύτερης ποιητικής συλλογής της. Η δήλωση, συνειδητή ή ασυνείδητη, της ποιήτριας είναι καθαρή για μένα από την αρχή: Τόσο η φωτογραφία της Ντε Πιζάν, αλλά και η ζωή και το έργο της, όσο και η Δηιάνειρα που κρύβεται πίσω από την φράση «φασγάνου δίχα» και πίσω από τον θάνατο του λαμπρού ήρωα Ηρακλή, ο οποίος αντιλαμβάνεται ντροπιασμένος ότι πεθαίνει όχι από φάσγανο (ξίφος) αλλά από μια γυναίκα, αντιπροσωπεύουν την δύναμη και το πάθος της γυναικείας ψυχής, πολλές φορές και τα δύο ανεξέλεγκτα, πολλές φορές και τα δύο υποτιμημένα. Παρόλα αυτά, πάντα μα πάντα παρόντα και νυν και αεί ρυθμίζοντα τον κόσμο και τους περίεργους κύκλους του.</p>
<p>Πρόκειται για μια πολύ ωραία και πολύ ώριμη ποιητική συλλογή, κατά την γνώμη μου, η οποία επανέρχεται με ένταση και επιμονή γύρω από δύο μεγαθέματα που τα χειρίζεται -στις καλύτερες στιγμές της- απλά θαυμάσια: Τον έρωτα και την πατρίδα. Και τα δύο με τρόπο ουσιαστικό, όπως ουσιαστικός ανακαλύπτω ότι είναι πάντα ο λόγος της ποιήτριας, με βλέμμα βαθύ και διεισδυτικό, κάποτε σχεδόν εγκεφαλικό, αλλά και με την καρδιά ανοικτή, έτοιμη να δοθεί σε πυρά θυσίας για ό,τι αγάπησε. Θα επανέλθω στα δύο αυτά θέματα.</p>
<p>Πριν από αυτό θα ήθελα να τονίσω την αριστοτεχνική ματιά στα πράγματα που επιτυγχάνεται στην ποιητική συλλογή μέσα από την χρήση του ιστορικού πρίσματος. Η Νάσα Παταπίου μιλά για θέματα που μας αφορούν και σήμερα αλλά μέσα από το πρίσμα άλλων εποχών, συνήθως της Βενετοκρατίας ή της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο και ιδιαίτερα του κρίσιμου σημείου της Τουρκικής εισβολής του 1570-1. Η Βενετοκρατία είναι και το αντικείμενο των επιστημονικών ερευνών της Νάσας Παταπίου, άλλωστε, και έτσι οι γνώσεις της οι ιστορικές καθώς και η ποιητική ευαισθησία της στα ιστορικά πράγματα διαφαίνονται με τρόπο περίλαμπρο στην συλλογή. Στην ποίησή της, όμως, η Νάσα κοιτά πέρα από την αυστηρότητα του ιστορικού και εντοπίζει με τρόπο μικροσκοπικό και αριστοτεχνικό καινούρια πράγματα: Ονόματα, πράξεις και συναισθήματα που χάνονται στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Το ιστορικό αυτό πρίσμα λειτουργεί, λοιπόν, διπλά στην ποιητική συλλογή: Μας επιτρέπει να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε καλύτερα την περίοδο ταυτιζόμενοι με τα συναισθήματα, τα όνειρα και τις ανησυχίες των ηρώων της φέρνοντας μας πιο κοντά στην Ενετοκρατία με τρόπο σχεδόν μαγικό. Από την άλλη, η βενετική αυτή πρόσοψη των ιστοριών μας επιτρέπει να καταλάβουμε με τρόπο αποστασιο-ποιημένο και, ίσως ακριβώς για τον λόγο αυτό, πιο ξεκάθαρο τον εαυτό μας, την δική μας ιστορική περίοδο, τα σημερινά μας προβλήματα και ανησυχίες. Η απόσταση καθαρίζει τα πράγματα και τονώνει τα συναισθήματα και αυτό είναι γνώρισμα που το συναντώ σε πολλούς ποιητές που αγαπώ.</p>
<p>Θα ξεκινήσω από το μεγάθεμα «πατρίδα» που ορίζει την ποιητική συλλογή. Μην σας τρομάζει ο όρος «πατρίδα», δεν έχει τίποτα από τις εθνικιστικές συνδηλώσεις και υποδηλώσεις που μας έμαθαν τα τελευταία χρόνια να φοβόμαστε. (Η Νάσα Παταπίου είναι κόρη γνωστού εκπαιδευτικού-λόγιου της Κύπρου, γνωστού και κατατρεγμένου κομμουνιστή, στον οποίο αφιερώνεται η συλλογή, με πληγές στα παιδικά της χρόνια από αυτή την κοινωνική απόρριψη). Η Καρπασία, τόπος καταγωγής της ποιήτριας, γίνεται στην συλλογή το σύμβολο της Κύπρου, το δεινάρετο άκρο της. Η Καρπασία και ό,τι την ορίζει ως πατρίδα: Τα γλυκά νερά της θάλασσάς της, ο ουρανός της, η μάνα της ποιήτριας, οι ιστορικές στιγμές της, οι περιγραφές της στα ιστορικά κείμενα, όλα συνθέτουν μια ιδανική Καρπασία, η σημερινή απουσία της οποίας από την ζωή της ποιήτριας απλά επιτείνει την ομορφιά και την μοναδικότητά της. Απλά επιτείνει την αγάπη. </p>
<p>Πώς προσεγγίζει η Νάσα την πατρίδα σε αυτή την ποιητική συλλογή; Συχνά με φωνή γυναικεία. Άλλοτε γίνεται η προσωποποίηση της ελληνικής σημαίας που πολλά χρόνια περίμενε κάτι που ποτέ δεν ήλθε, μέχρι που τώρα πια γονατισμένη από τις κακουχίες στο νοτιότερο σημείο της Κύπρου φωνάζει στο ποίημα Λευκό και Μπλε:</p>
<blockquote><p>Έλα Ελλάς</p>
<p>Στην ακρότατη άκρη </p>
<p>Της Κύπρου</p>
<p>Γονάτισα και σήκωσέ με</p>
<p>Σημαία ελληνική έστω αιματόβρεκτη</p>
<p>Στο ακρωτήριο Δεινάρετο</p>
<p>Έλα Ελλάς </p>
<p>Έλα κυμάτισέ με</p>
</blockquote>
<p>Άλλοτε συνομιλεί με την ιστορική της, υποθέτω, ιδιότητα με τον Φλώριο Βουστρώνιο, τον Στέφανο Λουζινιάν και τον εικοσαετή Λεονάρδο, δηλαδή τον Λεονάρδο Ντονά, μετέπειτα δόγη, που άφησε σπουδαίο ιστορικό υλικό για την Κύπρο. Όλοι ιστορικοί που αναλύουν τα μύρια όσα για την Καρπασία και την γη της, την βλάστησή της και τα νερά της, για να υψώσει στο τέλος την φωνή της για να αντιπαραβάλει στον διδακτικό και αποστασιοποιημένο τόνο τους την δική της βιωματική αλήθεια στο ποίημα με τον πετυχημένο τίτλο Μάθημα Ιστορίας.</p>
<blockquote><p>Τα Νερά της Ρίζας</p>
<p>Τα Νερά της Πλάκας</p>
<p>Τα Νερά τα Σέλενα</p>
<p>Σύρριζα μας ξερίζωσαν </p>
<p>Από το χώμα</p>
</blockquote>
<p>Όσο για το καταπληκτικό Τα Μετά Την Άλωση ποίημα όπου σειρές ολόκληρες Ελλήνων περνάνε μπροστά από τον Τούρκο κατακτητή, πραγματικό γεγονός που μαρτυρείται από τις ιστορικές πηγές, ο οποίος κόβει μια – μια τις γλώσσες τους ενώ αυτοί με τα ματωμένα τους στόματα φωνάζουν την ακατα-νόητη φράση Λα ζει, Λα ζει, παραθέτω απλά τους τελευταίους στίχους: </p>
<blockquote><p>Το αιματωμένο στόμα</p>
<p>Έστω μπορεί να πει</p>
<p>Λα ζει. Λα ζει</p>
<p>Που πάει να πει</p>
<p>Στη γλώσσα την ελληνική</p>
<p>Ζει, ζει</p>
<p>Η Ελλάς ζει</p>
</blockquote>
<p>Αυτά στην γλώσσα την ελληνική. Στην γλώσσα την κομμένη την ελληνική.</p>
<p>Στο υπέροχο ποίημα Προς τα Νερά τα Σέλενα, η ποιήτρια ορίζει και πάλι αυτή την στενότατη σχέση της με την πατρίδα που δεν μπορεί παρά να συγκινήσει με την απλότητα και την βαθύτητά της. </p>
<blockquote><p>Και η ανάσα μου </p>
<p>Θάμπωσε τον καθρέφτη σου Πατρίδα</p>
</blockquote>
<p>Εξίσου βαθύς είναι και ο έρωτας στην ποίηση της Νάσας Παταπίου. Πρόκειται για τον έρωτα που δίνει περισσότερο πόνο από χαρά. Για τον έρωτα που σε οδηγεί ταυτόχρονα στο ποίημα Ασάνδαλη.</p>
<blockquote><p>Με φωτοστέφανο μόνο τον πόθο</p>
<p>Στην εξύψωση </p>
<p>Και στην Άκρα Ταπείνωση</p>
</blockquote>
<p>Πρόκειται για τον έρωτα που βρίσκεται στα πιο απίθανα μέρη αλλά ορίζει με βία το άτομο και τις επιλογές του. Για τον έρωτα που θέλοντας και μη σε ακολουθεί παντού χωρίς να το επιλέξεις και χωρίς να το επιτρέψεις στο ποίημα Κωπηλατώντας στα Πελά-γη.</p>
<blockquote><p>Στα χέρια τ&#8217; ανδρειωμένου ρήγα</p>
<p>Που οδοιπορεί με το πλεούμενό του</p>
<p>Προς τη Δύση</p>
<p>Φέροντας το άρωμα</p>
<p>Ίχνη ιδρώτα δηλαδή</p>
<p>Από της ερωμένης του το σώμα</p>
<p>Στο ποίημα Η παπαρούνα της Ασίας ορίζεται και πάλι ο έρωτας</p>
<p>Θωπείες χνουδωτές</p>
<p>Βαθύρριζα φιλιά</p>
<p>Και θείες περιπτύξεις</p>
</blockquote>
<p>Για να καταλήξουμε στην πρόκληση του έρωτα, του πραγματικού έρωτα, που έχει να κάνει μόνο με τους γενναίους στο ποίημα Η Θαυματοποιός του Έρωτα. Ένα ποίημα που έχει να κάνει με την ένταση και το επικίνδυνο του έρωτα λόγω αυτής ακριβώς της έντα-σης.</p>
<blockquote><p>Έχω ένα περιβόλι μαγικό </p>
<p>Περιφραγμένο</p>
<p>Το ορέγονται πολλοί </p>
<p>Και τριγυρνούν απέξω </p>
<p>Μα δεν τολμούν να μπουν</p>
</blockquote>
<p>Δεν θα σας πω περισσότερα. Καλύτερα να σας δημιουργηθεί η ανάγκη να δείτε μόνοι σας την συλλογή, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Αιγαίον τις τελευταίες μέρες του 2009. Επιστρέφοντας από τον ωραίο ποιητικό, ιστορικό κόσμο της Νάσας Παταπίου στον «απάνω κόσμο, τον Αρνιστή και Ψεύτη της αγάπης» κατά την Νάσα, σας προτρέπω να διαβά-σετε το ποίημα Ιερώνυμος Maggi, για το οποίο δεν δύναμαι να σας μιλήσω. Να το διαβάσετε και να μείνετε στους στίχους: </p>
<blockquote><p>Μα πάνω απ&#8217; όλα ήμουν ποιητής</p>
<p>Και θηρευτής ονείρων</p>
</blockquote>
<p>Και αντιπαραβάλετέ τους με εκείνο το υπέροχα απόλυτο και σκανδαλιστικά μηδενιστικό του Οδυσσέα Ελύτη:</p>
<blockquote><p>Ποίηση μόνο είναι κείνο που απομένει.</p>
</blockquote>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.apopsi.com.cy/2010/07/2737/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Τα χανούτια της Κύπρου</title>
		<link>http://www.apopsi.com.cy/2009/12/1916/</link>
		<comments>http://www.apopsi.com.cy/2009/12/1916/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 01 Dec 2009 17:54:22 +0000</pubDate>
		<dc:creator>kontosmichael</dc:creator>
				<category><![CDATA[19]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Νάσα Παταπίου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.apopsi.com.cy/2009/12/1916</guid>
		<description><![CDATA[Οι ταβέρνες και γενικά οι χώροι όπου πωλούνταν διάφορα είδη τροφίμων κατά την φραγκοκρατία και βενετοκρατία αναφέρονται από τους Κύπριους χρονογράφους, Λεόντιο Μαχαιρά και Γεώργιο Βουστρώνιο, με τη λέξη «χανούτια».]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Οι ταβέρνες και γενικά οι χώροι όπου πωλούνταν διάφορα είδη τροφίμων κατά την φραγκοκρατία και βενετοκρατία αναφέρονται από τους Κύπριους χρονογράφους, Λεόντιο Μαχαιρά και Γεώργιο Βουστρώνιο, με τη λέξη «χανούτια». Πρόκειται για λέξη περσικής αρχής που διαδόθηκε στην αραβική, αρμενική και ελληνική. Το όλο θέμα σχετικά με την λέξη «χανούτι» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί η λέξη διασώθηκε και επικράτησε στην Κύπρο. Τουλάχιστον έως το 1974 οι λέξεις «χανούτιν» και «χανουτάρης» χρησιμοποιούνταν στην Καρπασία από άτομα κάποιας προχωρημένης ηλικίας. Στον ελλαδικό χώρο είναι εντελώς άγνωστη η λέξη και η έννοιά της και ούτε απαντά σε κείμενα του 15ου και 16ου αιώνα, όπως συμβαίνει αντίστοιχα στον κυπριακό χώρο. Η μόνη σχετική είδηση που έχουμε για μια λέξη που φαίνεται να έχει σχέση με τη λέξη «χανούτι» από τον ελλαδικό χώρο, είναι η λέξη «χανακάς». Σύμφωνα με στοιχεία που διαθέτουμε, απαντά σε μεσαιωνικό κείμενο αναφερόμενο στον Πόντο η λέξη «χανακάς» ως συνώνυμη με τη λέξη «χάνι». Είναι πρόδηλο ότι η λέξη «χανούτιν» καθώς και η λέξη «χάνι» αλλά και «χανακάς» προέρχονται ακριβώς από την ίδια ρίζα.</p>
<p>Η λέξη «χανούτιν» πολλές φορές στους Κύπριους χρονογράφους όπως επίσης στις Ασσίζες και στα Ανθη Χαρίτων, έχει την έννοια πανδοχείου, εργαστηρίου, καταστήματος, παντοπωλείου, οινοπωλείου, κρεοπωλείου, καπηλειού κ.ά. Η δε λέξη «χανουτάρης» έχει την έννοια του ταβερνιάρη ή ταβερνάρη, κρεοπώλη, καταστηματάρχη, οινοπώλη, κάπελα ή πανδοχέα. Αντίθετα η λέξη «χάνι», η οποία επικράτησε αργότερα, αποτελεί σταθμό για τα καραβάνια, κατάλυμα για ανθρώπους και ζώα, χώρο επίσης όπου μπορούσε κάποιος να φάει, να πιει κρασί ή ακόμη να αγοράσει ή να πωλήσει προϊόντα. Σε μερικές περιπτώσεις αναφέρεται ότι στα χάνια λειτουργούσαν ακόμη και χαμαιτυπεία.</p>
<p><strong>Τα χανούτια στους Κύπριους χρονογράφους</strong></p>
<p>Ο Λεόντιος Μαχαιράς, μνημονεύοντας την ανανέωση των προνομίων, την οποία είχε κάνει ο Πέτρος Α΄ στην παροικία των Γενουατών στην Κύπρο, αναφέρεται και σε σχετικό προνόμιο που αφορούσε στα χανούτιά τους: «τα ζυγία τους Γενουβίσους και τα μέτρη τους όπου έχουν χανουτία να ήνε εις την αφεντιάν τους, τουτέστιν του ποδεστά τους, καθώς το λαλεί το προβιλίτζιν (προνόμιο)» Πρόκειται για προνόμιο το οποίο τους είχε ήδη παραχωρηθεί από τον Φράγκο βασιλιά Ούγο, τον Ιανουάριο του 1232. Επίσης ο Μαχαιράς σε μια άλλη περίπτωση αναφέρεται στο χανούτιν του Γιαφούνη στην Λευκωσία, μέλους της τότε πολύ γνωστής αλλά και έως τον 17ο αιώνα κυπριακής οικογένειας. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά για τα χανούτια από τον ίδιο χρονογράφο, η οποία σχετίζεται με τον βασιλιά Πέτρο Α΄: «και ο βαχλιώτης του εζήτησε λάδι να βάλει εις τ&#8217; αγρελλία (σπαράγγια), και ελησμονήσα ν&#8217; αγοράσουν, και τα χανουτία εσφαλίσαν ότι ήτον αργά». Ο οικονόμος του ανακτόρου είχε λησμονήσει να αγοράσει λάδι και επειδή ήταν ήδη αργά είχαν κλείσει τα «χανουτία», γεγονός που εξόργισε τον Ρήγα. Το περιστατικό αυτό είχε λάβει χώρα την παραμονή της δολοφονίας του ανδρείου Ρήγα το έτος 1369.</p>
<p>Από έγγραφα της περιόδου της φραγκοκρατίας, και ειδικά των ετών 1468-1469, παρατηρούμε ότι η λέξη χανούτιν έχει την σημασία που προαναφέραμε. Το 1468 ο Φράγκος βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ απάλλασσε τον Μάρκο Γαβριήλ από την καταβολή κάποιου φόρου για πέντε χανούτια, τα οποία είχε στην Αμμόχωστο ένεκα των καλών υπηρεσιών τις οποίες είχε προσφέρει. Κατά το ίδιο έτος και κατά τον ίδιο τρόπο είχε απαλλαγεί από το φόρο και το μοναστήρι του Αγίου Συμεών στην Αμμόχωστο, το οποίο είχε στην ιδιοκτησία του τέσσερα χανούτια που ήταν ακριβώς δίπλα από το βασιλικό ανάκτορο. Επιπρόσθετα σε έγγραφο επίσης του 1468 παραχωρούνταν στον Jean Perez Fabrices, μετέπειτα κόμη Καρπασίας, τα χωριά Κνώδαρα, Κουκάς και Μονιάτης καθώς και τα χανούτια, τα οποία βρίσκονταν σε αυτά. Η ύπαρξη χανουτίων στα χωριά της Κύπρου επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές της φραγκοκρατίας, στις οποίες καταδεικνύεται ότι σε κάθε οικισμό, μεγάλο ή μικρό, της μεγαλονήσου, υπήρχε ένα χανούτι για εξυπηρέτηση των κατοίκων.</p>
<p>Ο χρονογράφος Γεώργιος Βουστρώνιος αναφέρεται σε ένα χανούτι, έξω από την Λευκωσία, το οποίο παραχωρήθηκε σε ευνοούμενο του βασιλιά Ιακώβου Β΄, τον Καρτσία Τεναβάρρον. «Και είχεν έναν χανούτιν έξω της Χώρας, του σιρ Γιλιάμ Στράμπαλη, και, έχοντα και ο Ρήγας άρμασέν τον με την γυναίκαν του, επήρεν και το χανούτιν. Και δεν είχεν πογέριν (δικαίωμα) να σφάξει έξω». Το απόσπασμα αυτό επιβεβαιώνει την ύπαρξη χανουτίων έξω από την Λευκωσία, κοντά στην Πύλη του Φόρου, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω και ότι τα χανούτια μπορεί να ήταν ακόμη και κρεοπωλεία. Σημαντικό είναι να τονίσουμε ότι η λέξη «χανούτιν» επεκράτησε τόσο στα επίσημα έγγραφα της φραγκοκρατίας ως canutes όσο και στα έγγραφα της βενετοκρατίας ως canute ενώ οι ιδιοκτήτες των χανουτίων, οι χανουτάρηδες, αναφέρονται σε βενετικό έγγραφο της τελευταίας δεκαετίας της βενετικής κυριαρχίας στην Κύπρο ως chanutari.</p>
<p><strong>Τα χανούτια της Λευκωσίας</strong></p>
<p>Η ύπαρξη ταβερνών ή χανουτίων, όπως αναφέρονται, έξω από την πρωτεύουσα και κυρίως στην περιοχή εκεί που αργότερα, δηλαδή το 1567, οικοδομήθηκαν οι προμαχώνες της βενετικής οχύρωσης της Λευκωσίας Caraffa, Flatro και Podocattaro μαρτυρούνται από την εποχή των Λουζινιάν. Εκεί, στη νοτιοανατολική πλευρά της πρωτεύουσας, όταν ακόμη υφίστατο η μεσαιωνική οχύρωση της πόλης υπήρχε η λεγόμενη Πύλη του Φόρου, η οποία και μνημονεύεται από τους χρονογράφους Λεόντιο Μαχαιρά, Γεώργιο Βουστρώνιο αλλά και από άλλους Κύπριους χρονογράφους. Οι Γενουάτες, όπως σημειώνει ο Λεόντιος Μαχαιράς, το 1373 είχαν κουρσέψει την Λευκωσία και: «εκρατούσαν το τειχόκαστρον από την πόρταν του Φόρου ως τον πύργον του Αγίου Ανδρέα». Κοντά στην Πόρτα του Φόρου ήταν και το μέγαρο των εμπόρων( palazzo dei mercanti), η δημοτική αγορά, θα μπορούσαμε να πούμε. Εκεί έφθαναν καθημερινώς εμπορεύματα από την Αμμόχωστο και προϊόντα από την Μεσαορία και τα περίχωρα της Λευκωσίας για προμήθεια και εφοδιασμό της πρωτεύουσας. Υπήρχε βέβαια και ένας δασμός, τον οποίο όφειλαν να πληρώσουν οι έμποροι και οποιοσδήποτε άλλος μετέφερε προϊόντα μέσα στην πόλη. Ακριβώς γι&#8217; αυτό το λόγο η πύλη αυτή ονομαζόταν Πύλη του Φόρου. Τα διαπύλια αυτά, όπως θα μπορούσαμε να πούμε, απαντώνται πολλές φορές στις πηγές με τη λέξη cambele ή cambella από την αραβική λέξη al-qabala, δηλαδή φόρος που καταβαλλόταν όπως εξηγήσαμε παραπάνω για τα προϊόντα που μεταφέρονταν μέσα στην πρωτεύουσα. Σε έγγραφα της φραγκοκρατίας ο φόρος αυτός αναφέρεται ως μεγάλη gabella της πύλης της Λευκωσίας (grande gabelle de la porte a Nicosie) και ο ίδιος φόρος συνέχισε να υφίσταται και επί βενετοκρατίας, όπως έχουμε διαπιστώσει σε έγγραφο του 1538.</p>
<p>Με την οικοδόμηση της νέας οχύρωσης της Λευκωσίας, το 1567, κατεδαφίστηκαν 100 κατοικίες, μερικά μέγαρα πλουσίων, 80 εκκλησίες και σπουδαία μοναστήρια αλλά και τα χανούτια, τα καταστήματα δηλαδή και οι ταβέρνες της Λευκωσίας, που βρίσκονταν στη νοτιοανατολική πλευρά της πόλης. Την πληροφορία αυτή διασώζει βενετική πηγή του 1567. Επίσης αναφορά γίνεται και από τον τελευταίο βισκούντη Αμμοχώστου Πέτρο Βαλτέριο. Μάλιστα, όπως σημειώνει ο ίδιος, τα ερείπια των χανουτίων αυτών χρησιμοποιήθηκαν ως χαρακώματα το καλοκαίρι του 1570, όταν οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Λευκωσία και έβαλλαν κυρίως κατά του προμαχώνα Podacattaro.</p>
<p>Σύμφωνα με μια επιστολή του Βενετού τοποτηρητή Κύπρου Φραγκίσκου Bragadin, με ημερομηνία 9 Μαΐου 1531, πληροφορούμαστε ότι κατά την εποχή των Λουζινιάν είχε δοθεί άδεια για την λειτουργία πέντε χανουτίων έξω από την πόλη και αργότερα οι Βενετοί τοποτηρητές επέτρεψαν να λειτουργήσουν συνολικά δώδεκα χανούτια. Κάθε χανούτιο όφειλε να καταβάλλει ετησίως στο Δημόσιο Ταμείο ως φόρο ένα δουκάτο. Σύμφωνα με τον ανωτέρω τοποτηρητή τα χανούτια αυτά ήταν πολύ χρήσιμα στους κατοίκους της πρωτεύουσας. Το εμπόριο του κρέατος καθώς και άλλων τροφίμων που διεξαγόταν στα χανούτια έξω από την πρωτεύουσα, απαλλασσόταν από τον δασμό των διαπυλίων.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.apopsi.com.cy/2009/12/1916/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>

